Σας μιλώ για μια εποχή Που οι κάτω των είκοσι χρόνων Δεν
μπορούν να γνωρίζουν Η Μονμάρτη τον καιρό εκείνο Άφηνε τις πασχαλιές της να
αιωρούνται Μέχρι κάτω απ' τα παράθυρά μας. Και αν το ταπεινό δωμάτιο… Που το
'χαμε για φωλιά, Δεν ήταν και τόσο σπουδαίο\ Ήταν εκεί που γνωριστήκαμε Εγώ με
πείνα που κραύγαζε και συ που πόζαρες γυμνή... Ήμασταν, δηλαδή, ευτυχισμένοι….
Ανέμελη ζωή, ανέμελη ζωή
Δεν τρώγαμε παρά μια μέρα για δυο Μέσα στα γειτονικά
καφενεία Ήμασταν μερικοί Που αναμέναμε τη δόξα... Και αν και εντελώς φτωχοί, Με
την κοιλιά μέσα... Δεν παύαμε να πιστεύουμε σ' αυτό. Και όταν κάποιο
μαγειρείο... Με αντάλλαγμα ένα καλό, ζεστό γεύμα, Μας έπαιρνε ένα καμβά...
Απαγγέλαμε στίχους Μαζεμένοι γύρω από τη σόμπα Ξεχνώντας το χειμώνα
Ανέμελη ζωή, ανέμελη ζωή
Σήμαινε πως είσαι ωραία...
Και μας κατείχε όλους μας ορμή ελπιδοφόρα Συνέβαινε συχνά
Μπροστά στο καβαλέτο μου Να περνώ νύχτες λευκές Διορθώνοντας το σχέδιο Της
γραμμής ενός στήθους Του περιγράμματος ενός ισχίου Και δεν ήταν παρά πρωί Όταν
καθόμασταν τελικά Μπροστά σ' ένα καφέ με κρέμα Εξαντλημένοι μα συνεπαρμένοι
Ακριβώς επειδή αγαπιόμασταν Και αγαπούσαμε τη ζωή...
Ανέμελη ζωή, ανέμελη ζωή
Πήγαινε να πει Πως είμαστε είκοσι χρονών
Ανέμελη ζωή, ανέμελη ζωή
Και αναπνέαμε τον αέρα της εποχής
Όταν τυχαία κάποια μέρα
Πήγα κι έκανα μια βόλτα Στην παλιά μου διεύθυνση... Δεν αναγνώρισα πια
Ούτε τους τοίχους, μήτε τους δρόμους Που είχε δει η νεότητά μου... Από μια
σκάλα ψηλά Ψάχνω να βρω το εργαστήριο Απ' το οποίο δεν έχει απομείνει τίποτα.
Στο νέο της σκηνικό Η Μονμάρτη μοιάζει θλιμμένη Και οι πασχαλιές είναι νεκρές
Ανέμελη ζωή, ανέμελη ζωή
Ήμασταν νέοι, ήμασταν τρελοί
Ανέμελη ζωή, ανέμελη ζωή
Δε σημαίνει τίποτα απολύτως πια...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου