Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017

Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος


Αν όλα τα παιδιά της γης

 πιάναν γερά τα χέρια

 κορίτσια αγόρια στη σειρά

 και στήνανε χορό

 ο κύκλος θα γινότανε

 πολύ πολύ μεγάλος

 κι ολόκληρη τη Γη μας

 θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.

Αν όλα τα παιδιά της γης

 φωνάζαν τους μεγάλους

 κι αφήναν τα γραφεία τους

 και μπαίναν στο χορό

 ο κύκλος θα γινότανε

 ακόμα πιο μεγάλος

 και δυο φορές τη Γη μας

 θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.

Θα `ρχόνταν τότε τα πουλιά

 θα `ρχόνταν τα λουλούδια

 θα `ρχότανε κι η άνοιξη

 να μπει μες στο χορό

 κι ο κύκλος θα γινότανε

 ακόμα πιο μεγάλος

 και τρεις φορές τη Γη μας

 θ’ αγκάλιαζε θαρρώ!

 

στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου, μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης


Εγώ έχω το δίκιο μου κι εσύ τον κόσμο όλο

νομίζεις θα βρεθούμε στα μισά

μιλάω με τον ίσκιο μου τρομάζω με το ρόλο

κοιμάμαι με τα μάτια μου ανοιχτά

Εμένα με φωνάζουνε με το μικρό μου μόνο

η σκούφια μου κρατά απ' το πουθενά

κι εσένα που σε ήξερε κι η πέτρα που σηκώνω

τρομάζεις όταν έρχομαι κοντά

Εγώ μετράω τα ρέστα μου να βγάλω κι άλλο μήνα

ανοίγω και δε βλέπω ουρανό

εσύ έχεις στο πιάτο σου ολόκληρη Αθήνα

ανοίγεις και χαζεύεις το κενό

Εγώ έχω το δίκιο μου κι εσύ τον κόσμο όλο

νομίζεις θα βρεθούμε στα μισά

μιλάω με τον ίσκιο μου τρομάζω με το ρόλο

κοιμάμαι με τα μάτια μου ανοιχτά

Εμένα με φιλήσανε στο στόμα οι ανάγκες

την έκανα τη βόλτα στα βαθιά

κι εσένα το ταξίδι σου δυο καρφωμένες ράγες

νομίζεις ότι πήγες μακριά

Εγώ μετράω τα ρέστα μου να βγάλω κι άλλο μήνα

ανοίγω και δε βλέπω ουρανό

εσύ έχεις στο πιάτο σου ολόκληρη Αθήνα

ανοίγεις και χαζεύεις το κενό


 

Πέμπτη 30 Μαρτίου 2017

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος - Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις


Ένα δειλινό, μες στ’ ακροθαλάσσι,

σαν το ναυαγό ήρθα κι εγώ.

Μου `δωσες νερό σ’ ασημένιο τάσι,

για να δροσισθώ, σ’ ευχαριστώ.

Αγάπη μέσα στην καρδιά

 φουρτουνιασμένη λαγκαδιά

 κάποια βραδιά πλημμύρισες,

και μας ξεκλήρισες.

Πάψε να ζητάς όλη την αλήθεια,

τι είναι ο έρωτας μη με ρωτάς.

Ψάξε να τη βρεις μες στα παραμύθια,

τώρα δεν μπορείς, είναι νωρίς.

Μάνος Χατζιδάκις


Θάλασσα πλατιά, σ' αγαπώ γιατί μου μοιάζεις

θάλασσα βαθιά, μια στιγμή δεν ησυχάζεις

λες κι έχεις καρδιά, την καρδιά μου τη μικρούλα τη φτωχειά.

Όνειρα τρελά που πετούν στο κύμα πάνω

φτάνουν στην καρδιά

και τα νιάτα μας ξυπνάνε όνειρα τρελά

και οι πόθοι φτερουγίζουν σαν πουλιά.

Έχω έναν καημό που με τρώει γλυκά και με λιώνει

έχω ένα καημό

θα 'ρθω να στον πω αδερφή μου εσύ θάλασσα που σ' αγαπώ.

Κύματα πουλιά στα ταξίδια σας που πάτε τα αλαργινά

την κρυφή μου λύπη πάρτε

κι απο 'κει μακριά να μου φέρετε κι εμένα τη χαρά.

Θάλασσα πλατιά.


 

Τετάρτη 29 Μαρτίου 2017

Κώστας Βίρβος


Ρίξε μια ζαριά καλή και για μένα βρε ζωή

 Και για μένα βρε ζωή ρίξε μια ζαριά καλή

Φίλος και λαβωματιά κι ειν’ η αγάπη μου φωτιά

 Πού να πω τα βάσανά μου, πού να πω τα μυστικά μου

που μου καίνε την καρδιά

 

Τρύπες


Αδέσποτες χορεύουν οι ζωές μας

ξηλώνουν και τους επτά ουρανούς

κι οι πρόστυχες, φοβισμένες ματιές μας

σφηνώνουν σ' άδειους καιρούς

Υγραίνοντας τη βραδινή μας πλάνη

ΜΟΝΟΙ γλυκοφιλάμε το σκοτάδι

Ανέραστες σβήνουν οι ηδονές μας

μαυρίζουν διψασμένα κορμιά

κι οι ψεύτικες, τρομαγμένες φωνές μας

γκρεμίζουν τείχη φανταστικά

Υγραίνοντας τη βραδινή μας πλάνη

ΜΟΝΟΙ γλυκοφιλάμε το σκοτάδι

Οταν ο χώρος με κυκλώνει σα πνεύμα

με καθηλώνει η αλήθεια που σπρώχνω

καθώς αγγίζω το πιο όμορφο ψέμα

ΤΕΛΕΙΩΝΩ.


 

Κατερίνα Γώγου


Πάει. Αυτό ήταν.

Χάθηκε η ζωή μου φίλε

 μέσα σε κίτρινους ανθρώπους

 βρώμικα τζάμια

 κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.

Άρχισα να γέρνω

 σαν εκείνη την ιτιούλα

 που σού `χα δείξει στη στροφή του δρόμου.

Και δεν είναι που θέλω να ζήσω.

Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.

Κι ούτε που θα σε ξαναδώ.

 

Τρίτη 28 Μαρτίου 2017

Στέλιος Καζαντζίδης


Μη με λυπάσαι διώξε με απόψε

 σαν να `μαι αγριολούλουδο

 και τη ζωή μου κόψε

Μη με κρατήσεις μονάχα από συμπόνια

 το κρύο το συνήθισα θ’ αντεξω και τα χιόνια

 Εγώ γυμνός ξεκίνησα

 εγώ πηγαίνω μόνος

 Σπίτι μου είναι ο δρόμος

 και τραγούδι μου ο πόνος

 Διώξε με και μη λυπάσαι

 τι θα γίνω μη φοβάσαι

 κι αν χιονίζει και αν βρέχει

 τ’ αγριολούλουδο αντέχει

Μαρια Πολυδούρη


Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες

σε περασμένα χρόνια.

Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα

και σε βροχή, σε χιόνια,

δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου

μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,

μόνο γι' αυτό είμαι σαν κρίνο ολάνοιχτο

κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,

μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες

και στη ματιά σου να περνάει

είδα τη λυγερή σκιά μου ως όνειρο

να παίζει, να πονάει,

μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες.

Γιατί, μόνο γιατί σε σεναν άρεσε

γι' αυτό έμειν' ωραίο το πέρασμά μου.

Σα να μ' ακολουθούσες όπου πήγαινα

σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.

Μόνο γιατί σε σεναν άρεσε.

Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα

γι' αυτό η ζωή μου εδόθη.

Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη

μένα η ζωή πληρώθη.

Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου

μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.

Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου

μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,

μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.

 

Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017

Υπόγεια Ρεύματα


Είν’ ένα πλοίο που δε φαίνεται ποτέ

 απ’ το λιμάνι που δεν μπόρεσε ν’ αράξει,

γύρω του έχει μια σιωπή που είναι μπλε,

μοναδικό του χρέος ήταν να βουλιάξει.

Είναι ναυάγιο εδώ, είναι ναυάγιο,

είναι μια δίνη που μας ρίχνει στο βυθό,

όλοι ελπίσαμε πως έχουμε έναν άγιο

 να μας τραβήξει έξω, πάνω απ’ το χαμό,

μα είναι ναυάγιο εδώ, είναι ναυάγιο,

ό,τι αγαπήσαμε επιπλέει στο νερό,

είναι το λάθος, το ανάποδο, το πλάγιο,

είναι το μείον, το αντικανονικό.

Είν’ ένα μαύρο που `χει πέσει από παντού

 για ν’ απαγορευτεί το ρήμα ξημερώνει,

έτσι κολλήσαμε το βλέμμα του τρελού

 που `χει το βάρος το δικό του να σηκώνει.

Κυριακή 26 Μαρτίου 2017

Νίκος Καββαδίας - “Σπουδαστές”


Σας είδα κάτω από την πύρινη βροχή

 με τα πλακάτ και τα σκουτιά τα ματωμένα

 Εσάς που κάματε τη δύσκολη αρχή

 κείνα τα χρόνια τα βαριά τα κολασμένα.

Σήμερα πάλι βλέπω τα δικά σας τα παιδιά

σμάρι μες του πελάγου τη Σπηλιάδα

 για όσους πάνε να σταυρώσουν την Ελλάδα.....
 
 
 

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017

Ανδριάνα Μπάμπαλη


Ήταν Κυριακή η μέρα που τα μάζεψες

 κι έφυγες γι’άλλα μέρη

 κάθε Κυριακή που πίνω τον καφέ μου

 μοναχή κάτι λέω θα σε φέρει

 Κάνε το καλό και ρίχτο στο γιαλό

 γιατί όποιος αγαπάει ξέρει να συγχωράει

 Κάνε το καλό και ρίχτο στο γιαλό

 γιατί όταν λείπεις από ’δω

 η Κυριακή δεν περνάει

 Ήμουνα σκληρή το δέχομαι

 και κάνω την αρχή θ’αλλάξω για σένα

 κάθε κυριακή την πόρτα μου

 θ’αφήνω ανοιχτή

 έλα πίσω σε μένα



 

Στέλιος Καζαντζίδης


Όμορφη είναι η γυναίκα

και η θάλασσα γλυκιά

η φωτιά στο τζάκι μέσα

έχει χάρη κι ομορφιά

μα κι οι τρεις αυτές δεν έχουν

ούτε μπέσα ούτε καρδιά.

Σε γυναίκα αν πέσεις θύμα

θα σε βρει καταστροφή

και στης θάλασσας το κύμα

όποιος πέσει θα πνιγεί

και μες στη φωτιά όποιος πέσει

δε γλιτώνει θα καεί

Θάλασσα, αχ γλυκιά πλανεύτρα

μού `χεις φέρει συμφορές

αχ γυναίκα καρδιοκλέφτρα

είσαι μόνο για ζημιές

να πληγώνεις να ματώνεις

να σκοτώνεις τις καρδιές.

Πυρ, γυνή και θάλασσα

εσείς με καταστρέψατε

και την ζωή μου χάλασα


 

Πέμπτη 23 Μαρτίου 2017

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιάννη Σκαρίμπα, Το 1821 και η αλήθεια


«Το είπα και το ξαναλέω: Το ’21 δεν ήταν όμοιο με καμμιά επανάσταση του κόσμου. Το ότι, παρά τον Μέττερνιχ και το Συνέδριο της Βιέννης, παρά τον Ιμπραήμ και τον Ιγνάτιο, παρά τον Κοραή και τον Βρυώνη, παρά την αντίδραση του Ιερατείου και των προκρίτων, μπόρεσε και να εκραγεί και να σταθεί, αυτό δεν ήταν θαύμα – γιατί το θαύμα είναι μια παραβίαση της φυσικής διαδικασίας της ύλης (πράγματα της δικαιοδοσίας των Αγίων μας). Το ’21 ήταν μια Εθνικο-Κοινωνική επανάσταση, πρώτη και η τελευταία της Ιστορίας. Χτύπησε τον Κιουταχή και τον Δράμαλη, όσο και τον ντόπιο τσορμπατζή και τον δυνάστη. Αποθέωσε τον Κανάρη, ενώ κατέλαβε την Καγκελλαρία της Ύδρας εξ εφόδου. Κήδεψε τον Μάρκο Μπότσαρη και τον Μπάυρον, ενώ στα Βέρβαινα θάσφαζε τον Παλαιών Πατρών και τους προκρίτους. Είναι Μεγάλο, όχι για τις απάντησες (που δεν δόθηκαν), αλλά για τις που έθεσε ερωτήσεις: Μπορεί να ένας λαός νοείται λεύτερος, με μόνο την Εθνική ανεξαρτησία του; Η άλωση της Βαστίλλης, λέει όχι. Αλλά του ’21 οι ερωτήσεις είναι δύο: Χωρίς την Εθνική ανεξαρτησία τους οι λαοί μπορούν να αλώνουν τις Βαστίλλες τους; Την ερώτηση αυτή, πρώτα την έθεσε, μπρος στους ιστορικούς του κόσμου, το ’21. Κι αυτοί, έμειναν κόκκαλο – δεν ήξεραν τι ν’ απαντήσουν… στο τσαρούχι!… Η ερώτηση τους ήρθε σαν κεντιά βούκεντρου ζευγολάτη στα οπίσθια. Ήσαν ο όνος ο αρνούμενος να διασκελίσει το αυλάκι. Βάλθηκαν να ψάχνουν λοιπόν την Ιστορία… Πουθενά, πουθενά καμμιά τέτοια… άλλου είδους ταραχή, κανένα τέτοιο στραβομουτσούνιασμα… του «ωραίου»! Μόνη η ανεξαρτησία χωρίς την κοινωνική καταξίωσή της είναι το φύλλο της συκής με το οποίον η Εύα έκρυβε… το «πράμα» της. Τι λοιπόν; Τα Δερβενάκια και το Ζάλογγο, το Μεσολόγγι και το Βαλτέτσι, το Ναυαρίνο και το Πρωτόκολλο (για την ανεξαρτησία) του Λονδίνου, όλ’ αυτά θα μνέσκαν μάταια, χωρίς το σφάξιμο των προκρίτων; (χωρίς τη Βαστίλη, η ανεξαρτησία τι τους χρειάζονταν των Γάλλων; Πόσες δεκάρες αξίζουν σήμερα οι «ανεξαρτησίες» της Ευρώπης;)»

 

Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017

Σωτηρία Μπέλλου, « ΛΑΪΚΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ», 1980


Πάγωνε στους δρόμους ο αγέρας

σαν χαρταετός μοιάζει η ψυχή

κι έχεις τα δυο μάτια βουρκωμένα

σαν προάστια μέσα στην βροχή.

Νύχτωσε νωρίς στην οικουμένη

ψάχνω, σε φωνάζω, δεν μ ακούς

βλέπω τα ηφαίστεια στους δρόμους

με φωτιές να καίν' τους ζωντανούς.

Φεύγω πικραμένη και σ' αφήνω

ακυβέρνητη στη θάλασσα σανίδα

δεν μπορώ το αίμα μου να δίνω

σε μιαν άρρωστη συνέχεια πατρίδα.

Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου


Ώρα τρεις τη νύχτα,

ανεβαίνω τα σκαλιά

μα δε νυστάζω

μ' ανοιχτό το φως ξανά,

τη δική σου τη μεριά

ούτε που κοιτάζω

Τι είναι αυτό που λείπει

απ' τη μέσα μου ζωή

τα δάχτυλά σου

μια γουλιά νερό θα πιω

πώς αλλιώς να καταπιώ

πως τα πάντα αλλάζουν

Πάρε εσύ τα χάδια

τα γυμνά σκοτάδια

τα πρωτότυπα

κι άσε εδώ για μένα

κάτι στοιχειωμένα

σ' αγαπώ, σ' αγαπώ,

σ' αγαπώ καρδιά μου

στερεότυπά μου

έτσι τ' όνομά μου δεν ξανάκουσα

και γι' αυτό θυμώνω

που θα λέω στον πόνο

σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ

λες κι είμαστε αγκαλιά...

Άμα θες να δεις

τη δικιά μου τη σκιά

αντί για μένα

όπου πάω, τ' ακούς, να `ρθείς

να κοιτάς από μακριά

το δικό σου ένα

Δεν μπορώ να ζω

εδώ μέσα άλλος κανείς

θα βγω λιγάκι

δυο μικρά πουλιά πετούν

στα μηνύματα αδειανό

τ' άσπρο φακελάκι

 

Εκεί στο Νότο

 

που τρίζει ο θάνατος κι η αγάπη κάνει κρότο

σαν άδειο κάθισμα ταξίδεψα για χρόνια

ψάχνοντας να βρω το κατάλληλο κορμί

Εκεί στα φώτα

εύρισκε η νύχτα τα σημάδια της τα πρώτα

είχα ξεμείνει από τσιγάρα και συμπόνια

και συ με κέρασες καπνό μ' ένα φιλί

Ποια πόλη, ποια χώρα

ποια θάλασσα σε ταξιδεύει τώρα

σωπαίνεις, θυμάσαι

και μεθυσμένη μες τον ύπνο σου γελάς

Ποια πόλη, ποια χώρα

ποια θάλασσα σε ταξιδεύει τώρα

Εκεί στο Νότο

εκεί μου κλήρωσε ο έρωτας στο Λόττο

κουλουριασμένος σαν τη σαύρα στη σκιά του

σαν νόμισμα έπεφτα στο μαύρο σου βυθό

Χλωμά καντήλια

άναβε η φτώχεια σου τα τάιζε με ζήλεια

μα συλλαβίζαν σ' αγαπώ τα βογγητά σου

σαν ένα άρρωστο στην κούνια του μωρό

 

Στίχοι: Σώτια Τσώτου


Για μένα ακόμα η φλόγα καίει

 Ό,τι κι αν γίνει θα σ’ αγαπώ

 Μη με ρωτήσεις λοιπόν ποιος φταίει

 Όποιος κι αν φταίει θα πω εγώ

Αντίο λοιπόν αντίο

 Το χάνω κι αυτό το πλοίο

 Και κάνει Θεέ μου ένα κρύο

 Σαν γίνονται ένας οι δύο

 αντίο λοιπόν αντίο

 Το χάνω κι αυτό το πλοίο

 Και κάνει Θεέ μου ένα κρύο

 Σαν γίνονται ένας οι δύο

 Ό,τι κι αν γίνει θα `μαι κοντά σου

 Θα ικετεύω τον ουρανό

 Να μην πληρώσεις τα σφάλματα σου

 Να τα πληρώσω όλα εγώ

 Αντίο...

Τρίτη 21 Μαρτίου 2017

Γιάννης Κούτρας


Στην αγκαλιά του ψεύτικου στου νοσηρού τη γη

 πέρασα χρόνια αμέτρητα θέριεψα μια πληγή

 και που και που το χάδι σου γινότανε φιλί

 πόσες φουρτούνες ταίριαξα σε μια διαδρομή.

Μ’ ανέστησε ξανά αυτός που με εμπιστεύτηκε

 μ’ ένα βαρύ μα τίμιο σύμβολο της καρδιάς

 αυτά είναι τα σημάδια μου δεν ντρέπομαι τα δείχνω

 εγώ έχασα τη βάρδια μου απ’ τον βαθύ μου ύπνο.

Νέος πολλά υποσχόμενος μα με μυαλά παιδιού

 νωρίς πολλά μου χάρισαν μα κοίταξα αλλού

 γαντζώθηκα απ’ τη μάνα μου και έζησα σαν τρελός

 κλείστηκα μες τα σπλάχνα μου αθώος μα τυφλός.

Κανένα σας δεν ξέχασα έψαχνα να με βρω

 συνήθισα στα ψεύτικα μα είμαι και πάλι εδώ.

 

Σάββατο 18 Μαρτίου 2017

Κώστας Χατζής

 

Αγαπώ κάποια βλέμματα

 που σε φέρνουν θαρρείς

 σε θλιμμένα απογέματα

 Κυριακής βροχερής

Αγαπώ κάθε αμίλητο

 κάθε κρύφιο καημό

 το κορίτσι τ’ αφίλητο

 το βαθύ στεναγμό

Θλίψη απ’ το βλέμμα σου

 έκλεψε η βροχή

 κι άνθισε απ’ την έγνοια σου

 αγάπη μου η ψυχή

Αγαπώ κάποια βήματα

 που οδηγούν στη νυχτιά

 κάποια αμήχανα σχήματα

 στην ξανθή αμμουδιά

Σχήμα απο το χέρι σου

 πήρε η αμμουδιά

 λάδι στο νυχτέρι σου

 κάηκε η καρδιά

 

Μαρία Δημητριάδη


Ένα πρωινό η Παναγιά μου
θά 'ρθει να με βρει στην ακρογιαλιά.
Πέλαγο κρυφό τα όνειρά μου
κι έστειλες εσύ βάρκα με πανί.
Πόσο σ' αγαπώ κανείς δεν ξέρει
κι αν θα μ' αγαπάς, μικρό μου ταίρι
καλοκαιρινό, σ' αγαπώ.
Θα σταθείς ψηλά στο παραθύρι
πάνω στα μαλλιά άστρα του νοτιά.
Έχει η Παναγιά καραβοκύρη
να μας πάει μακριά, πέρα απ' τη στεριά.

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

Μαρία Δημητριάδη


Σ’ αναζητώ,
μες στην πόλη τριγυρνώ,
σκοτάδι πυκνό,
ντύνομαι τον ουρανό.
Γύρω πόρτες κλειστές,
ίδιες όπως χθες και προχθές,
ώρες άδειες, μόνες, φριχτές,
κι όμως σ’ αναζητώ.

Σ’ αναζητώ,
μες στο πλήθος να σε βρω,
κι αργά περπατώ,
να σ’ αγγίξω δεν μπορώ.
Σε φωνάζω δειλά,
πρόσωπα σβησμένα, θολά.
ποιος σωπαίνει, ποιος μου μιλά.
Θά `ρθεις, σ’ αναζητώ.

 

 

Στίχοι: Βαγγέλης Γκούφας Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος


Όνειρο δεμένο στο μουράγιο

 πόρτα μου κλεισμένη στο νοτιά

 έκανα τον πόνο μου κουράγιο

 στην αγάπη μου έβαλα φωτιά.

Μαύρος βαρύς ο ουρανός

 απόψε που ’ρθες να με βρεις

 είναι μεγάλος ο καημός

 να το αντέ να τον αντέξεις δεν μπορείς.

Στην αγάπη μου έστησαν καρτέρι

 κι από τ’ άστρα κλέψανε το φως

 άστραψε στην νύχτα το μαχαίρι

 κι ο καημός μου γίνηκε αδελφός.

Μαύρος βαρύς ο ουρανός

 απόψε που ’ρθες να με βρεις

 είναι μεγάλος ο καημός

 να το αντέ να τον αντέξεις δεν μπορείς.

Στίχοι: Σώτια Τσώτου Μουσική: Κώστας Χατζής


 

Όταν είχες φύγει πια για πάντα

 κι έμεινα να ζω χωρίς σκοπό

 έτσι όπως ανοίγει μια βεράντα

 έμαθα με μιας να σ’ αγαπώ

Αν ερχόσουν,

θα σταμάταγα τα τραίνα στη στροφή για να περάσεις

 θα σου γέμιζα μ’ αγάπη τα ποτήρια να κεράσεις

 Όταν είχε φύγει πια το πλοίο

 μες στο δειλινό το σκυθρωπό

 έτσι όπως ανοίγει ένα βιβλίο

 έμαθα με μιας να σ’ αγαπώ

 

Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Χορωδία


Πέτρα πετώ στην αμμουδιά

 και πετονιά στ’ αστέρια,

για να σε φέρω μια βραδιά, αχ μια βραδιά

 μέσα στα δυο μου χέρια.

Θα πάρω το γιαλό γιαλό

 και κάπου θα με βγάλει

 κι αν με γελάσεις βρε ζωή

 χαλάλι σου, χαλάλι,

κι αν με γελάσεις βρε ζωή

 χαλάλι σου, χαλάλι σου,

χαλάλι σου, χαλάλι.

Μάγια θα κάνω στη νυχτιά

 και ξόρκια στην καρδιά σου

 για να σ’ ανάψω τη φωτιά, αχ τη φωτιά

 που μ’ άναψ’ η ματιά σου.


 

Χειμερινοί Κολυμβητές


Συχνάζεις στο "Μικρό καφέ"

κι εγώ στη Μυροβόλο

 έτσι που όσο κι αν θέλουμε

 ποτές δε θα ιδωθούμε

Εγώ ξυπνάω απ’ τις εφτά

 κι εσύ το μεσημέρι

 κι όταν τινάζω τα χαλιά

 στο βόλεϊ πάντα τρέχεις

 Στην παμπ πηγαίνεις στις εννιά

 κι εγώ έντεκα με μία

 έτσι που όσο κι αν θέλουμε

 ποτές δε θα ιδωθούμε

Μα πού θα πάει ο καιρός

 κι οι βουρλισμένοι χρόνοι

 θε να `ρθει κάποιο σούρουπο

 ξανά ν’ ανταμωθούμε

Στίχοι: Διονύσης Σαββόπουλος


Μία η άνοιξη ένα το σύννεφο χρυσή βροχή

 βροχή που χόρευε σε κάμπο ώριμο ως το πρωί

 σαν στάχυα έλυσες πάνω στους ώμους μου χρυσά μαλλιά

 σαν στάχυ χόρεψες σαν στάχυα αμέτρητα ήταν τα φιλιά

Μη μιλάς άλλο για αγάπη η αγάπη είναι παντού

 στην καρδιά μας στη ματιά μας τρώει τα χείλη τρώει το νου

 όταν θα `χουμε υποφέρει καλημέρα θα μας πει

 θα μας φύγει θα ξανάρθει κι όλο πάλι απ’ την αρχή

Μία η θάλασσα ένας ο ήλιος της γλάροι λευκοί

 ήλιος και θάλασσα γλυκό κορίτσι ζεστό πρωί

 πρωί κι ορθάνοιξα τα δυο σου πέταλα μ’ ένα φιλί

 κι εσύ μου χάρισες όλη την άνοιξη σ’ ένα κορμί

Χθες ήταν έρωτας χθες ήταν σύννεφο χρυσή βροχή

 χθες ήταν θάλασσα γλάρος που χόρευε με το πρωί

 τώρα είναι η σιωπή τώρα είναι η λησμονιά κι ο χωρισμός

 κι όλα τα αστέρια του θαρρείς πως έσβησε ο ουρανός

Μη μιλάς άλλο για αγάπη η αγάπη είναι παντού

 στην καρδιά μας στη ματιά μας τρώει τα χείλη τρώει το νου

 όταν θα `χουμε υποφέρει καλημέρα θα μας πει

 θα μας φύγει θα ξανάρθει κι όλο πάλι απ’ την αρχή


 

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

Μίκης Θεοδωράκης


Είναι βαριά η μοναξιά

 είναι πικρά τα βράχια

 παράπονο η θάλασσα

 και μου ‘πνιξε τα μάτια

Βράχο βράχο τον καημό μου

 τον μετράω και πονώ

 κι είναι το παράπονό μου

 πότε μάνα θα σε δω

Πάρε με θάλασσα πικρή

 πάρε με στα φτερά σου

 πάρε με στο γαλάζιο σου

 στη δροσερή καρδιά σου

Πάρε με να μην ξαναδώ

 τα βράχια και το χάρο

 κάνε το κύμα όνειρο

 και τη σιωπή σου φάρο

 Γίνε αστέρι κι ουρανός

 γίνε καινούργιος δρόμος

 να μην βαδίζω μοναχός

 να μην πηγαίνω μόνος

 

la vie en rose


μάτια που με κάνουν να χαμηλώνω τα δικά μου

γέλιο που χάνεται στο στόμα του  

τόσο απλό είναι το πορτραίτο του άντρα

που ανήκω όταν με παίρνει στην αγκαλιά του 

μου μιλάει σιγανά 

βλέπω τη ζωή με ροζ χρώμα 

μου λέει λόγια αγάπης  λόγια συνηθισμένα

 και αυτό με κάνει να νοιώθω κάτι  

μπήκε στην καρδιά μου  ένα κομμάτι ευτυχίας 

που ξέρω την αιτία της

είναι αυτός για μένα,

εγώ για κείνον στη ζωή 

μου το είπε, το ορκίστηκε για πάντα

και όταν τον βλέπω  νοιώθω μέσα μου

την καρδιά μου που χτυπάει 

μετά από ατέλειωτες νύχτες αγάπης  

έρχεται η μεγάλη ευτυχία

που σβήνει τις στενοχώριες, τις πίκρες 

πεθαίνω από ευτυχία 

όταν με παίρνει στην αγκαλιά του

 

 

Βασίλης Παπακωνσταντίνου


Θα σου γλιστρήσει από τα χέρια άλλη μια μέρα

 θα τις μετράς και θα` ναι οι μισές

 θα βλέπεις θάλασσα και θα` σαι σε μια ξέρα

 μόνο τα κύματα θ` ακούς και τις φωνές.

Κάνει στην άκρη ο καιρός να σε χωρέσει

 μια αυταπάτη οι επιλογές

 Έχεις αφήσει το ταξίδι σου στη μέση

 για το χατίρι σου αλλάζουν οι εποχές.

Κρύβεις ακόμα μια φορά το πρόσωπό σου

 μακάρι να` τανε τα πάντα αλλιώς

 Μακάρι να` ταν να περνούσε το δικό σου

 νιώθεις χαμένος, αλλά είσαι ζωντανός.

Σαν ναυαγός που ονειρεύεται καράβια

 κρατώντας τη φωτιά του ζωντανή

 ψάχνεις ακόμα στον ορίζοντα σημάδια

 που θα σε φέρουν πάλι πίσω στη ζωή.

Χάνεις αυτό που σου` χει τύχει για να ζήσεις

 είναι το σήμερα αίμα ζεστό

 ένα τσιγάρο σου` χει μείνει να καπνίσεις

 δεν έχει αλλού, δεν έχει αλλιώς, μόνο εδώ.


 

Διονύσης Σαββόπουλος


Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά

 στην αγορά, στο Λαύριο

 Είμαι μεγάλος, με τιράντες και γυαλιά

 κι όλο φοβάμαι το αύριο

Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά;

Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα.

Και μας κοιτάζουν με μάτια σαν κι αυτά

 όταν ξυπνούν στις δύο η ώρα

Ζούμε μέσα σ’ ένα όνειρο που τρίζει

 σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας

 μα ο χρόνος ο αληθινός

 σαν μικρό παιδί είναι εξόριστος

 μα ο χρόνος ο αληθινός

 είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός

Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά

 μα ούτε και στους μεγάλους

 πάει καιρός που έχω μάθει ξαφνικά

 πως είμαι ασχημοπαπαγάλος

Πώς να τα κρύψεις όλα αυτά;

Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλοι.

Και σε κοιτάζουν με μάτια σαν κι αυτά

 όταν γυρνάς μέσα στην πόλη

 

La boheme


Σας μιλώ για μια εποχή Που οι κάτω των είκοσι χρόνων Δεν μπορούν να γνωρίζουν Η Μονμάρτη τον καιρό εκείνο Άφηνε τις πασχαλιές της να αιωρούνται Μέχρι κάτω απ' τα παράθυρά μας. Και αν το ταπεινό δωμάτιο… Που το 'χαμε για φωλιά, Δεν ήταν και τόσο σπουδαίο\ Ήταν εκεί που γνωριστήκαμε Εγώ με πείνα που κραύγαζε και συ που πόζαρες γυμνή... Ήμασταν, δηλαδή, ευτυχισμένοι….

Ανέμελη ζωή, ανέμελη ζωή

Δεν τρώγαμε παρά μια μέρα για δυο Μέσα στα γειτονικά καφενεία Ήμασταν μερικοί Που αναμέναμε τη δόξα... Και αν και εντελώς φτωχοί, Με την κοιλιά μέσα... Δεν παύαμε να πιστεύουμε σ' αυτό. Και όταν κάποιο μαγειρείο... Με αντάλλαγμα ένα καλό, ζεστό γεύμα, Μας έπαιρνε ένα καμβά... Απαγγέλαμε στίχους Μαζεμένοι γύρω από τη σόμπα Ξεχνώντας το χειμώνα

Ανέμελη ζωή, ανέμελη ζωή

Σήμαινε πως είσαι ωραία...

Και μας κατείχε όλους μας ορμή ελπιδοφόρα Συνέβαινε συχνά Μπροστά στο καβαλέτο μου Να περνώ νύχτες λευκές Διορθώνοντας το σχέδιο Της γραμμής ενός στήθους Του περιγράμματος ενός ισχίου Και δεν ήταν παρά πρωί Όταν καθόμασταν τελικά Μπροστά σ' ένα καφέ με κρέμα Εξαντλημένοι μα συνεπαρμένοι Ακριβώς επειδή αγαπιόμασταν Και αγαπούσαμε τη ζωή...

Ανέμελη ζωή, ανέμελη ζωή

Πήγαινε να πει Πως είμαστε είκοσι χρονών

Ανέμελη ζωή, ανέμελη ζωή

Και αναπνέαμε τον αέρα της εποχής

Όταν τυχαία κάποια μέρα  Πήγα κι έκανα μια βόλτα Στην παλιά μου διεύθυνση... Δεν αναγνώρισα πια Ούτε τους τοίχους, μήτε τους δρόμους Που είχε δει η νεότητά μου... Από μια σκάλα ψηλά Ψάχνω να βρω το εργαστήριο Απ' το οποίο δεν έχει απομείνει τίποτα. Στο νέο της σκηνικό Η Μονμάρτη μοιάζει θλιμμένη Και οι πασχαλιές είναι νεκρές

Ανέμελη ζωή, ανέμελη ζωή

Ήμασταν νέοι, ήμασταν τρελοί

Ανέμελη ζωή, ανέμελη ζωή

Δε σημαίνει τίποτα απολύτως πια...

 

 

του Τάσου Λειβαδίτη


Έζησα τα πάθη σα μια φωτιά, τάδα ύστερα να μαραίνονται

και να σβήνουν,

και μ’ όλο που ξέφευγα απόνα κίνδυνο, έκλαψα

γι’ αυτό το τέλος που υπάρχει σε όλα. Δόθηκα στα πιο μεγάλα

ιδανικά, μετά τ’ απαρνήθηκα,

και τους ξαναδόθηκα ακόμα πιο ασυγκράτητα. Ένοιωσα

ντροπή μπροστά στους καλοντυμένους,

και θανάσιμη ενοχή για όλους τους ταπεινωμένους και τους

φτωχούς,

είδα τη νεότητα να φεύγει, να σαπίζουν τα δόντια,

θέλησα να σκοτωθώ, από δειλία ή ματαιοδοξία,

συχώρεσα εκείνους που με σύντριψαν, έγλυψα εκεί που

έφτυσα,

έζησα την απάνθρωπη στιγμή, όταν ανακαλύπτεις, πλέον

αργά, ότι είσαι ένας άλλος

από κείνον που ονειρευόσουνα, ντρόπιασα τ’ όνομά μου

για να μη μείνει ούτε κηλίδα εγωισμού απάνω μου ―

κι ήταν ο πιο φριχτός εγωισμός. Tις νύχτες έκλαψα,

συνθηκολόγησα τις μέρες, αδιάκοπη πάλη μ’ αυτόν τον

δαίμονα μέσα μου

που τα ήθελε όλα, τούδωσα τις πιο γενναίες μου πράξεις,

τα πιο καθάρια μου όνειρα

και πείναγε, τούδωσα αμαρτίες βαρειές, τον πότισα αλκοόλ,

χρέη, εξευτελισμούς,

και πείναγε. Bούλιαξα σε μικροζητήματα

φιλονίκησα για μιας σπιθαμής θέση, κατηγόρησα,

έκανα το χρέος μου από υπολογισμό, και την άλλη στιγμή,

χωρίς κανείς να μου το ζητήσει

έκοψα μικρά-μικρά κομάτια τον εαυτό μου και τον μοίρασα

στα σκυλιά.

Tώρα, κάθομαι μες στη νύχτα και σκέφτομαι, πως ίσως πια

μπορώ να γράψω

ένα στίχο, αληθινό.


 

Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017

Στίχοι - Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις


Το πέλαγο είναι βαθύ,

κι η αγάπη είναι μεγάλη

έχω έναν πόνο στην ψυχή

και ποιος θα μου τον βγάλει

Το πέλαγο είναι γλυκό,

χάδι μαζί και δάκρυ

και με κυλάει αφρίζοντας

στου ορίζοντα την άκρη.

Το πέλαγο είναι παιδί,

τρέχει και δεν το φτάνω

παιδί και στην αγάπη του,

που σαν παιδί το χάνω.